Εκδρομή Αθήνα -Νάυπλιο

Από την αρχή της χρονιάς, αρκετοί από εμάς δείξαμε ενδιαφέρον για ένα “ταξίδι”, αυτό του να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη σχολική καθημερινότητα, θέλοντας να έρθουμε σε επαφή με τον κόσμο του θεάτρου. Εκεί, όπου ο ηθοποιός αλλάζει μορφή, εγκαταλείπει για λίγο τα συναισθήματα και τις σκέψεις του και γίνεται κάποιος άλλος, μιλώντας για πράγματα που δεν θα μιλούσε ποτέ. Κάποιοι άλλοι από εμάς, γνωρίσανε τη μουσική, την αόρατη δύναμη που αγγίζει την ψυχή με τρόπο που τα λόγια δεν θα έφταναν.

Έτσι το πρωί της 23ης Απριλίου 2026, όταν το φως του ήλιου δεν ήταν αρκετό για να καλωσορίσει τη νέα μέρα, αφήσαμε πίσω την πόλη μας και αρχίσαμε ένα ταξίδι, κυριολεκτικό αυτή τη φορά, με προορισμό αυτόν της κεφαλίδας, για να έρθουμε κοντά στην τέχνη μας. Εάν πλησίαζε κανείς τα παράθυρα του λεωφορείου, θα άκουγε παιδικές φωνές να τραγουδούν για μια φορά ενωμένες, θα άκουγε γέλια, που ίσως είχε καιρό να ακούσει και θα έβλεπε παιδιά που περίμεναν ακούραστα να αρχίσει και επίσημα η εκδρομή.

Πρώτη στάση, υπήρξε ένα μουσείο που φιλοξενούσε τη ζωή και την αθάνατη φωνή που μαγεύει τον κόσμο μέχρι και σήμερα, της Μαρίας Κάλλας. Κυριευτήκαμε από έκπληξη συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν ένα οποιοδήποτε κουραστικό μουσείο με παλιά εκθέματα πίσω από βιτρίνες, αφού κάθε δωμάτιο περιέγραφε ένα διαφορετικό κομμάτι της ιστορίας της μεγάλης καλλιτέχνιδος, μεταφέροντάς μας, αρχικά, μέσα από ένα «δάσος», που στόχο είχε να αγγίξει το δραματικό και μυστηριώδες στοιχείο της όπερας, μέχρι χώρους γεμάτους με οθόνες και ειδικά ακουστικά για να καταλάβουμε τη μαγεία της φωνής της.

Μετά από μία μικρή περιήγηση στην πλατεία Συντάγματος, όπου είχαμε και λίγο χρόνο για φαγητό, φτάσαμε στο ξενοδοχείο, όπου τακτοποιηθήκαμε και ετοιμαστήκαμε για τη βραδινή μας έξοδο. Λίγες ώρες αργότερα, όλοι ήμασταν “επισήμως ντυμένοι” για να παρακολουθήσουμε τη θεατρική παράσταση «Τζένη Τζένη», την αναβίωση της ταινίας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στο δημοτικό θέατρο του Πειραιά. Η ατμόσφαιρα ήταν μαγευτική, ενώ η έκπληξη και η ανυπομονησία ήταν πλέον ξεκάθαρα αποτυπωμένη στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου που έμπαινε στο θέατρο, όχι μόνο στο δικό μας. Ο ενθουσιασμός έγινε μόνο  πιο έντονος όταν καταλάβαμε πως θα παρακολουθούσαμε την παράσταση από το θεωρείο. Τρίτο κουδούνι, τα φώτα σβήνουν, στην αίθουσα πέφτει σιωπή. Ένας ατμός σαν ομίχλη γέμισε τη σκηνή και μπορούσαμε μόνο να ακούμε τις φωνές των ηθοποιών, που ήταν γεμάτες συναίσθημα.

Η παράσταση τελείωσε, οι ηθοποιοί υποκλίθηκαν και εμείς χειροκροτούσαμε ενθουσιασμένοι. Όμως δε φύγαμε αμέσως. Περιμέναμε μαζί με πλήθος κόσμου να μιλήσουμε και να φωτογραφηθούμε με τους διάσημους πρωταγωνιστές. Αλλά η βραδιά δεν είχε ακόμη τελειώσει. Ακολούθησε μία σύντομη βόλτα στην πλατεία και τα στενά του Πειραιά και ένα γρήγορο δείπνο,  πριν η θεατρική μας ομάδα και η χορωδία επιστρέψει στο ξενοδοχείο και μαζί με τα μάτια μας κλείσει και η πρώτη ημέρα του ταξιδιού.

Το επόμενο πρωί, αφήσαμε πίσω την πρωτεύουσα και επιβιβαστήκαμε με προορισμό μία από τις μεγαλύτερες εθνικές μας κληρονομιές, το θέατρο της Επιδαύρου. Με το που αγγίξαμε το έδαφός της, νιώσαμε την ιερότητα του χώρου. Είχαμε τα μάτια και τα αυτιά μας διάπλατα ανοιχτά, ενώ, παράλληλα, θαυμάζαμε το μέρος όπου χιλιάδες χρόνια πριν “υποκρίνονταν” οι πρώτοι στον κόσμο ηθοποιοί, “διδάσκοντας” τα σπουδαιότερα έργα, γραμμένα από τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες. Μετά από μία σύντομη ξενάγηση, οι περισσότεροι καθίσανε, ενώ όσοι ανήκαμε στη θεατρική ομάδα, μείναμε όρθιοι, επί σκηνής, για να παίξουμε σε ζευγάρια αποσπάσματα από την Ελένη του Ευριπίδη, κομμάτια τα οποία είχαν παρουσιαστεί ακριβώς το ίδιο, σε εκείνο το σημείο από επαγγελματίες 2.500 χρόνια πριν.

Αφού βγάλαμε φωτογραφίες σε κάθε πλευρά του θεάτρου και θαυμάσαμε τα εκθέματα του μουσείο, επιβιβαστήκαμε για να φτάσουμε στην πρώτη πρωτεύουσα της σύγχρονης Ελλάδος, το “τελευταίο σπίτι” του Καποδίστρια, το Ναύπλιο. Οι καθηγητές μάς άφησαν ελεύθερο χρόνο να περιηγηθούμε, να ψωνίσουμε και να δοκιμάσουμε την κουζίνα που είχε να μας προσφέρει η πόλη, γεμίζοντάς μας με ενθουσιασμό. Αν και ίσως θέλαμε να περάσουμε λίγη περισσότερη ώρα εκεί, δεν απογοητευτήκαμε. Λίγες ώρες αργότερα, αφού ξεκουραστήκαμε στο ξενοδοχείο, καταφτάσαμε και πάλι στην πόλη του Ναυπλίου. Μετά από μια σύντομη ιστορική ξενάγηση, η οποία περιλάμβανε και το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας – ένα δέος το νιώσαμε είναι η αλήθεια,  είχαμε την ελευθερία να κάνουμε βόλτες στα όμορφα στενά της πόλης.

Προτού επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, σταματήσαμε σε μία γραφική ταβέρνα όπου αδειάσαμε την κούραση της ημέρας. Φάγαμε, τραγουδήσαμε όλοι μαζί με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, που είχαμε φέρει μαζί μας, απολαμβάνοντας το δεύτερο και τελευταίο βράδυ της εκδρομής μας.

Το επόμενο πρωί, μόλις οι ακτίνες του ηλίου άγγιξαν τα πρόσωπά μας, τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας και αναχωρήσαμε από το ξενοδοχείο, με τη θλίψη του τέλους του ταξιδιού να βαραίνει την καρδιά μας. Παρόλα αυτά, γρήγορα ξεχαστήκαμε όσο θαυμάζαμε τα αξιοθέατα στον αρχαίο χώρο των Μυκηνών, όπως την Πύλη των Λεόντων, τα επιβλητικά Κυκλώπεια τείχη και τον εντυπωσιακό θολωτό τάφο του Ατρέα.

Μετά το “ταξίδι στο χρόνο” και το μυκηναϊκό πολιτισμό, “προσγειωθήκαμε” στο σήμερα και στον τελευταίο μας προορισμό, το εμπορικό κέντρο της Αθήνας, όπου με τις βόλτες, τα ψώνια και το γρήγορο φαγητό -για να προλάβουμε τα άλλα ντε- έκλεισε η εκδρομή μας. Παραδόξως, κατά την επιστροφή δεν ήμασταν απογοητευμένοι. Αντιθέτως, παίζαμε μεταξύ μας, γελούσαμε, τραγουδούσαμε και απολαύσαμε τις τελευταίες στιγμές του ταξιδιού κάνοντας παιδικά αστεία, γνωρίζοντας, παράλληλα, πως, παρότι η εκδρομή είχε φτάσει στο τέλος της, οι αναμνήσεις θα μείνουν ζωντανές μέσα μας για πολύ καιρό ακόμη.

Σήλια Αργυροπούλου
Τμήμα Γ4

1ο Γυμνάσιο Τρικάλων